‘Telemachos: Should I Stay Or Should I Go’ – Το Μοναδικό Θεατρικό Ρεπορτάζ Για Τους Έλληνες Που Βρίσκονται Μετέωροι Μεταξύ Ελλάδας/Αθήνας Και Γερμανίας/Βερολίνου…

Τηλέμαχος 1

Ρεπορτάζ: Σπύρος Χατζηγιάννης

Στην καρδιά του Κρόιτσμπεργκ του Βερολίνου, στην σκηνή του θεάτρου Ballhaus στην οδό Naunynstrasse, ένας 32χρονος Ελληνογερμανός ο Πρόδρομος Τσινικόρης, ανεβαίνει στην σκηνή του κατάμεστου χώρου. Σε κλάσματα του δευτερολέπτου μας παρουσιάζει στην οθόνη πίσω από αυτόν ένα ταινιάκι σε σούπερ-8 φιλμ όπου προβάλλεται ένα πάρτυ της οικογένειας του Προδρόμου, οι γονείς του οποίου ήταν παιδιά καλεσμένων εργατών – ‘Gastarbeiter’ στο Βούπερταλ της Γερμανίας την δεκαετία του ’70. Για τις ανάγκες του …πρώτου του ρόλου, ο μελλοντικός σκηνοθέτης και ηθοποιός, καπνίζει το πρώτο του τσιγάρο υπό την καθοδήγηση του θεριακλή παππού του ενώ όλο το σόι – κοινό παρακολουθεί με έκσταση την σκηνή.

Σχεδόν 30 χρόνια μετά από αυτό το πολύ μακρινό, ρομαντικό και βουβό παρελθόν όπου στην Ελλάδα ξεκινούσε το πάρτυ της ευμάρειας της Μεταπολίτευσης και στην Γερμανία ο Χέλμουτ Κολ συντηρούσε με χριστιανοδημοκρατικό τρόπο, ως ηγέτης του CDU και της χώρας, την επέλαση του μεταπολεμικού Γερμανικού νεοφιλελεύθερου βιομηχανικού θαύματος, (που στηρίχτηκε βεβαίως στις πλάτες των άπειρων Gastarbeiter εργατών), στην Γερμανική πρωτεύουσα του 2013 έκανε και θα κάνει πάταγο η ελληνική θεατρική παράσταση με τίτλο ‘Telemachus: Should I stay Or Should I Go’ ( Τηλέμαχος: Να Μείνω Ή Να Φύγω), που έγραψαν και σκηνοθέτησαν δύο έλληνες σκηνοθέτες  ο γεννηθείς στην Γερμανία Πρόδρομος Τσινικόρης και ο 35χρονος Ανέστης Αζάς από την Θεσσαλονική.

Ο τίτλος του ντοκυμενταρίστικου θεατρικού έργου, από το θρυλικό ομώνυμο πανκ κομμάτι των άγγλων The Clash, εμπνέεται από το διαχρονικό ερώτημα που από την εποχή της Οδύσσειας ταλανίζει αναποφάσιστους νέους, και όχι μόνο, σαν τον Τηλέμαχο τότε και τον Πρόδρομο τώρα: Να μείνω ή να φύγω; Και το ερώτημα αυτό είναι ένα ερώτημα φωτιά τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη της κρίσης; Να μείνει ή να φύγει σκέφτεται ο άνεργος Έλληνας νέος, αλλά το ίδιο σκέφτεται και ολόκληρη η χώρα του για την ίδια αλλά κατ επέκταση και η Γερμανία και η υπόλοιπη Ευρώπη για εμάς: Να μείνει ή να φύγει από το Ευρώ και την Ευρωζώνη η Ελλάδα; Να μείνω στην Αθήνα κυρρήσοντας τον εαυτό μου Ich Bin ein Athener, ή, να πάρω τον δρόμο για το Βερολίνο και σαν τον ψυχροπολεμικό  Κένεντι να πω Ich Bin Ein Berliner – Είμαι Ένας Βερολινέζος;

Η παράσταση είναι ένα δύσκολο έργο για αναποφάσιστους και μια απολαυστική καλλιτεχνική δημιουργία ταυτόχρονα για τους λάτρεις των πολυδιάστατων και γεμάτων κοντράστ προσωπικών ανθρώπινων ιστοριών. Το δίδυμο Τσινικόρη – Αζά, στήνει περίτεχνα ένα θεατρικό ρεπορτάζ, μια ανεπίσημη εθνογραφική έρευνα αν προτιμάτε, επάνω στην Ελλάδα της κρίσης του σήμερα όπου η Γερμανία παρουσιάζεται από πολλούς ως η τωρινή γη της επαγγελίας, ή, τουλάχιστον το Βερολίνο. Αυτό μαρτυρά και το γεγονός ότι το 2011 οι έλληνες μετανάστες που έφτασαν στην Γερμανία αριθμούσαν 24.000 και ήταν κατά 90% περισσότεροι από όσους έφτασαν το 2010 στην χώρα.

Το βήμα μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας είναι μετέωρο για πολλούς συμπατριώτες μας και οι μοναδικές ιστορίες των τεσσάρων ελλήνων μη ηθοποιών του επταμελούς καστ της παραγωγής μαρτυρούν του λόγου το αληθές. Ο Πρόδρομος μας τόνισε ότι ‘ήταν από την αρχή ξεκάθαρο ότι θα δουλέψουμε με ανθρώπους μετανάστες, με μη ηθοποιούς’ ενώ ο  Ανέστης Αζάς πρόσθεσε ότι ‘θέλαμε να φέρουμε στην σκηνή δύο γενεές μεταναστών από την Ελλάδα στην Γερμανία και μέσα από την δική τους οπτική γωνία να κάνουμε ένα έργο για την κρίση την οικονομική, την κρίση της δημοκρατίας, την κρίση των σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες’.

Πάρτε για παράδειγμα την περίπτωση του σχεδόν κάλτ ήρωα της παράστασης, του Gastarbeiter Χρήστου Σαραφιανού ο οποίος μετά από έναν καυγά με τον πατέρα του φθάνει με ώτοστοπ από την Θεσσαλονίκη στην Γερμανία της δεκαετίας του ’60 και καταλήγει στο κρεβάτι μιας Γερμανίδας αστυνομικού. Ή την περίπτωση της Δέσποινας Μπίμπικα που έφθασε πέρισυ στο Βερολίνο και παρόλα τα πτυχία της αναγκάζεται να καθαρίζει ένα πολυτελές σπίτι Γερμανών για τα ως προς το ζειν. Δύο γενιές Ελλήνων μεταναστών ζουν και αναπνέουν και εξιστορούν το είναι τους δίπλα δίπλα και επί σκηνής. Ποιες είναι όμως οι διαφορές τους; ‘Η μεγάλη διαφορά’, μας λέει ο Πρόδρομος, ‘είναι ότι τότε ήτανε μια γενιά η οποία ήταν απλώς πολύ φτωχή, από κτηνοτροφικές κοινωνιές της Β.Ελλάδας ενώ τώρα έχουμε την περίπτωση ακαδημαικών και ανθρώπων με πτυχία που έρχονται στην Γερμανία και καθαρίζουν ακόμη και σπίτια για να επιβιώσουν, όπως η Δέσποινα…’.

Η …δημοσιογραφική και κοινωνιολογική τύπου έρευνα των δύο σκηνοθετών ήταν και εξοντωτικά λεπτομερής και πρωτότυπη. Για τις ανάγκες της παράστασης βγήκαν στους δρόμους του Βερολίνου και της Αθήνας και έκαναν, με μία κάμερα επί χείρας, σχεδόν 400 μίνι συνεντεύξεις με Γερμανούς και Έλληνες περαστικούς τους οποίους ρωτούσαν αν θα έπρεπε να μείνουν ή να φύγουν από την Ελλάδα και να έρθουν στην Γερμανία και το Βερολίνο. Για να τσιγκλίσει τους Γερμανούς περαστικούς ο Πρόδρομος φοράει ένα μπλουζάκι που γράφει στα Γερμανικά ‘Ich Bin Ein Athener – Είμαι Ένας Αθηναίος.

Οι απαντήσεις αποτελούν ένα έξοχο εθνογραφικό κολλάζ, όπου μεταξύ άλλων ένας Γερμανός συνταξιούχος λέει χαμογελαστός ‘Ελατε στην Γερμανία, εδώ έχουμε δουλειές για σας’ και ένα σκεπτικιστής Αθηναίος τονίζει με την σειρά του: ‘Σκέψου τι έχει κάνει αυτή η χώρα για μας ας, πούμε. Δεν έχει κάνει κάτι. Συμφωνώ ότι εντάξει, δεν μπορούμε να παρατήσουμε την χώρα μας, αλλά αν δεν μπορούμε να ζήσουμε εδώ, τι θα κάνουμε;’ . Τα υπαρξιακά ερωτήματα και οι σχετικές πολύχρωμες και κωμικοτραγικές αφηγήσεις πέφτουνε βροχή στην διάρκεια της multi media παράστασης. Ενώ οι προσωπικές ιστορίες των πρωταγωνιστών έχουν προσαρμοστεί πανέξυπνα στις ανάγκες του έργου. Ο πρώην ιδιοκτήτης δισκάδικου στην Θεσσαλονίκη, ο Γιάννης Τσουκαλάς (πελάτης του οποίου ήταν παλιά ο σκηνοθέτης Ανέστης), είναι ας πούμε και ο DJ του έργου που παίζει στα πικάπ το πανκ άσμα των Clash και καλύπτει και το υπόλοιπο σάουντρακ χωρίς να παραλείπει να πάρει και το μικρόφωνο ο ίδιος βέβαια. Όπως μας λέει είχε επισκεφτεί από παλιά, το 1987, το Βερολίνο όταν ‘τα βινύλια τότε πουλιόντουσαν τζάμπα εδώ. Έλεγες ‘πάρε ένα τσιγάρο και σου έδιναν δυο δίσκους!’.

Οι ήρωες του έργου ταλανίζονται, όπως και ο Οδυσσέας, μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης αλλά το μέγα ερώτημα ‘Να μείνω ή να φύγω’, είναι ένας πραγματικός και ιδιαίτερα δημιουργικός γόρδιος δεσμός. Σύμφωνα με τον Ανέστη: ‘Δεν απαντιέται πραγματικά αυτή η ερώτηση. Είναι ένα δημιουργικό τρυκ για να προκύπτουν οι αφηγήσεις. Ήταν σαφές ότι θα ήταν επεισοδιακή η δομή στο έργο.’. Όσο αβέβαιη και επεισοδιακή ήταν και είναι και η ζωή των πρωταγωνιστών της παράστασης, σαν τον ηθοποιό Κωστή Καλλιβρεττάκη η οικογένειά του οποίου είναι καταχρεωμένη στις ελληνικές τράπεζες. Ή σαν τον σκηνοθέτη ηθοποιό Πρόδρομο που στην ερώτησή μας αν θα μείνει η θα φύγει από την Γερμανία μας απαντά ‘Δεν μπορώ να μείνω κάπου σταθερά τώρα. Έχω μια βαλίτσα με ρούχα κάτω από 20 κιλά, που είναι το όριο της αεροπορικής εταιρείας που χρησιμοποιώ, και πηγαινοέρχομαι μεταξύ των δύο χωρών.’.

Το μόνο σίγουρο μέσα στο γενικότερο κλίμα της αβεβαιότητας που χαρακτηρίζει την ελληνική κρίση και τις σχέσεις Ελλάδας Γερμανίας από το προσωπικό ως το εθνικό επίπεδο είναι ότι οι Γερμανοί έχουν εντυπωσιαστεί από την ποιότητα και το βάθος της θεατρικής παράστασης. ‘Η σκανδαλοθηρική Bild μας έβαλε 4 στα 6 αστέρια’ μας τόνισε ο Πρόδρομος ενώ ο Γερμανός θεατρικός κριτικός Πίτερ Νόβακ της Γερμανικής εφημερίδα Freitag ανέφερε χαρακτηριστικά: ‘Αυτές οι δύο ώρες αποκάλυψαν περισσότερα για τις σχέσεις Ελλάδας και Γερμανίας, από ότι οι συζητήσεις όλων των πολιτικών (των δύο χωρών…) στην διάρκεια της θητείας τους.’.

Αναπόφευκτα ο Γερμανός της παράστασης, που ανέβηκε τον Φλεβάρη και τον Μάρτιο στην Αθήνα στην Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση, ο 37χρονος ηθοποιός Κνούτ Μπέργκερ είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της παράστασης, ένας παθιασμένος φιλέλληνας που μας τόνισε γεμάτος με μία απύθμενη ενέργεια: ‘Αυτή η θεατρική εμπειρία μου άνοιξε τα μάτια. Πριν από αυτή είχα για τους Έλληνες αυτή την εντύπωση που έχει ο κάθε χαζός Γερμανός που πιστεύει τα ΜΜΕ εδώ: ‘οι Έλληνες είναι τεμπέληδες, διεφθαρμένοι, τους δίνουμε τα λεφτά μας κτλ…’. Συναντώντας αυτούς τους ανθρώπους σαν τον Χρήστο και την Δέσποινα, μαθαίνοντας τι πέρασαν και τι περνάνε, καταλαβαίνει κανεί πως λειτουργεί ένα σύστημα που αδιαφορεί για τους ανθρώπους που υποφέρουν στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες τώρα.’. Ο ρόλος του Κνουτ και εν τέλει,η βαθύτερη ουσία όλου του έργου, ίσως συμπυκνώνεται, φιλοσοφικά μιλώντας, στην απαγγελία αποσπασμάτων από το βιβλίο ‘Η Διαλεκτική Του Διαφωτισμού’ των Γερμανών φιλόσοφων Αντόρνο και Χόρκχάιμερ. Το θεατρικό αυτό ρεπορτάζ τονίζει με τον δικό του μοναδικό, φρέσκο και απολαυστικό τρόπο αυτό που διαπιστώνουν αρχικά στις σελίδες του οι δύο φιλόσοφοι της σχολής της Φρανκφούρτης: Πως ανέκαθεν ο Διαφωτισμός επεδίωκε να απελευθερώσει τους ανθρώπους από τον φόβο και να τους κάνει κυρίαρχους. Όπως τονίζουν όμως οι στίχοι των Clash που ακολουθούν μετά το ρεφρέν ‘Να Μείνω ή Να Φύγω’: ‘Εάν πάω θα υπάρξει πρόβλημα. Και αν μείνω αυτό θα διπλασιαστεί….’. Για την περίπτωση της συγκεκριμένης θεατρικής παράστασης βέβαια τα λόγια του Άρθουρ Μίλερ ηχούν με διαχρονική ακρίβεια: ‘Το θέατρο είναι τόσο ασταμάτητα εντυπωσιακό γιατί είναι τόσο ατυχηματικό.  Είναι τόσο πολύ σαν την ζωή…’. Το έργο των Τσινικόρη και Αζά, υποδεικνύει λοιπόν και κάτι άλλο: Ότι όπως και στις ανθρώπινες σχέσεις όπου μια σοβαρή κρίση σε ένα ζευγάρι, μπορεί μέσα από τον διάλογο να δέσει και να φέρει τους δύο συντρόφους ακόμη πιο κοντά έπειτα, το ίδιο μπορεί να ισχύει και μεταξύ δύο αλληλοπαρεξηγημένων χωρών σαν την Ελλάδα και την Γερμανία. Καλλιτεχνικά επιτεύγματα σαν το συγκεκριμένο αποτελούν πραγματικές και στιβαρές γέφυρες επικοινωνίας μεταξύ δύο λαών που έχουν ως πρωτεύουσα τους από την μία την Αθήνα και από την άλλη το Βερολίνο, ή, την Αθήνα του ποταμού Σπρε, όπως ονόμασαν με νόημα πριν από εκατοντάδες  χρόνια την σημερινή Γερμανική πρωτεύουσα οι τότε Πρώσσοι ηγεμόνες…

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Αυτό το ντοκυμενταρίστικο θεατρικό έργο, που έχει επηρεαστεί από το πρωτοποριακό Γερμανικό Γκρουπ Rimini Protokoll – Πρωτόκολλο Ρίμινι, έχει τις βαθύτερες ρίζες του στον αρχαίο έλληνα τραγικό ποιητή Φρύνιχο, στις ιστορικές τραγωδίες του Σαίξπηρ, στις αγγλικές, σοβιετικές και αμερικάνικες θεατρικές παραγωγές στις δεκαετίες του ’20 και ’30 με τίτλο Living Newspapers, ή,  zhivaya gazeta στα ρώσικα ( Ζωντανές Εφημερίδες…) και βέβαια στους Γερμανούς θεατρικούς συγγραφείς σαν τον Μπρεχτ και τον Πισκάτορ.

Το Ballhaus Naunystrasse, που μαζί με την Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση έχει κάνει την συμπαραγωγή του θεατρικού έργου Telemachus: Should I Stay Or Should I Go?’, είναι ένας μοναδικός πολυπολιτισμικός θεατρικός οργανισμός στην Γερμανία, που ξεκίνησε την λειτουργία του το 2008 με την υποστήριξη του φημισμένου Γερμανού σκηνοθέτη, Τούρκικης καταγωγής, Φατίχ Ακίν και με την καλλιτεχνική διεύθυνση της Σέρμιν Λανγκχόφ. Αποτελεί έναν μαγνήτη για καλλιτέχνες μετανάστες, ή, μετά-μετανάστες όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στα ενημερωτικά φυλλάδια τους και φημισμένοι καλλιτέχνες μετανάστες που περνάνε από την σκηνή του Ballhaus είναι ονόματα σαν τον τουρκογερμανό θεατρικό σκηνοθέτη Νουρκάν Ερπουλάτ, την Ελμίρα Μπαχράμι, την Σέμα Πουράζ κτλ…Οι τωρινοί καλλιτεχνικοί διευθυντές είναι ο Βραζιλιάνικης καταγωγής Βάγκνερ Καρβάλιο και ο Τούρκικης καταγωγής Τουντσάι Κουλάογλου. Το ‘Telemachus:Should I Stay Or Should I Go’ είναι η πρώτη θεατρική παραγωγή του Ballhaus που έχει ως θέμα της την Ελλάδα και όπου συμμετέχουν Έλληνες ηθοποιοί.

Advertisements

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s